Ζούσε κάποτε σ’ αυτή τη γη ένα παιδί διαφορετικό απ’ όλα τα άλλα, με μια σπάνια ομορφιά και μια απερίγραπτη λάμψη η οποία διαπότιζε τον χώρο και τους ανθρώπους γύρω του με χαρά, αισιοδοξία και γαλήνη. Ήταν τόσο φωτεινή η ψυχή του, που μπορούσες να διακρίνεις εύκολα την αλήθεια του, καθώς το διαπεραστικό και αγνό βλέμμα του μπορούσε να προκαλέσει ρίγη συγκίνησης.

Δεν σκέφτηκε πονηρά και δεν έβλαψε ποτέ κανένα στη ζωή του, παρόλο που θα είχε κάθε δίκιο να το κάνει. Οι περιπέτειες που είχε βιώσει στην πρόσκαιρη ζωή του ήταν τόσο βάναυσες και επίπονες, που θα μπορούσαν να τον είχαν κάνει σκληρό και αδίστακτο. Παρα ταύτα, έδινε παράδειγμα με την άψογη συμπεριφορά του, τους ευλαβείς τρόπους, το ήθος και την αξιοπρέπεια του, ενώ η καλλιέργεια και η ευγένεια του πνεύματος και της ψυχής του ήταν αυτά που τον ξεχώριζαν και τον έκαναν «μοναδικό».

Η ζωή όμως του φέρθηκε τόσο άδικα καθώς είχε την ατυχία να γεννηθεί τυφλό. Δεν μπόρεσε ποτέ να δει τη μητέρα του η οποία τον λάτρευε ούτε τις πέντε αδερφές του οι οποίες ήταν πάντα δίπλα του φροντίζοντας και καθοδηγώντας τον. Παρόλο που τις είχε όλες μέσα στην ψυχή του και τις υπεραγαπούσε, ένα κομμάτι από μέσα του έλειπε και δυστυχώς δεν μπορούσε κανένας και τίποτα να το γεμίσει αυτό.

Ο θάνατος του πατέρα του, ο οποίος έκλεισε τα μάτια του στα δικά του χέρια τον στιγμάτισε μια για πάντα. Αυτός ήταν ο ήρωας του, ο φίλος του, ο προστάτης του, ο φύλακας άγγελος του, η αντρική φιγούρα μέσα στο σπίτι που σκόρπιζε ασφάλεια και ηρεμία. Δεν μπορούσε να τον δει αλλά τον ένιωθε και ήξερε ότι μπορούσε να συζητήσει οτιδήποτε τον προβλημάτιζε μαζί του, καθώς ήταν πάντα πρόθυμος να τον ακούσει και να τον καταλάβει. Εντούτοις, γνώριζε πολύ καλά ότι όλα αυτά ανήκαν στο παρελθόν και δεν μπορούσε να κάνει τίποτα πια για να τον φέρει πίσω. Η ψυχή του έλιωνε κάθε μέρα αλλά ήξερε ότι έπρεπε να γίνει αυτός ο «βράχος» προστασίας για την οικογένεια του.

Στο σχολείο κανείς δεν του έδινε σημασία, καθώς ήταν πάντα αργός, δυσκίνητος και δεν μπορούσε να τρέξει και να κάνει παρέα με τα υπόλοιπα παιδιά. Δεν είχε γνωρίσει ποτέ του πραγματικούς φίλους, αφού σε κάθε ευκαιρία του έδειχναν όλοι τον οίκτο τους και τον αποδοκίμαζαν. Χρειαζόταν ένα ώμο να ακουμπήσει, μια αγκαλιά για να κλάψει και να μπορέσει να εξιστορήσει την αλήθεια του. Ωστόσο δεν μπορούσε να αφήσει την ψυχή του ελεύθερη μπροστά στη μητέρα του και στις αδερφές του γιατί ο πόνος που θα τους προξενούσε θα ήταν ακόμα μεγαλύτερος και δεν ήθελε σε καμία περίπτωση να το κάνει αυτό. Μόνο το υγρό του μαξιλάρι γνώριζε τον πραγματικό του πόνο, κανείς άλλος!

Είχε ευχηθεί τόσες φορές η ζωή του να ήταν διαφορετική, να ξυπνούσε το πρωί χαρούμενος στην αγκαλιά του πατέρα του, χωρίς να χρειάζεται να κρύβεται και να προσποιείται κάθε μέρα. Είχε τόσα πολλά όνειρα και ήθελε τόσο πολύ να τα πετύχει όλα αυτά, αλλά όχι με αυτό τον τρόπο. Η ζωή του έπαψε να έχει νόημα και τίποτα δεν ήταν εφικτό πια. Ήξερε ότι τίποτα από όλα αυτά τα οποία είχε ονειρευτεί δεν θα μπορούσε να γίνει πραγματικότητα. Ένιωθε μόνος, αβοήθητος, δυστυχισμένος.

Εκείνο το βράδυ λοιπόν, το μαξιλάρι δεν μούσκεψε και απλωνόταν παντού μια αλλόκοτη πρωτόγνωρη ησυχία. Ήταν όλα πιο ήρεμα, πιο αργά, πιο ιδανικά από κάθε άλλη βραδιά λες και κάποια νεράιδα άκουσε τις ευχές του και τις έκανε επιτέλους πραγματικότητα. Εκείνο το βράδυ το δωμάτιο του μικρού παιδιού γέμισε με φως, τα φτερά του άρχισαν να λάμπουν και τα μάτια του μπορούσαν πια να διακρίνουν τα πάντα. Βρισκόταν στην αγκαλιά του πατέρα του με ένα διάπλατο χαμόγελο πραγματικής ευτυχίας. Μαζί θα μπορούσαν να ταξιδέψουν σε κόσμους μαγικούς και ονειρεμένους όπως είχαν υποσχεθεί ο ένας στον άλλο και να φωτίσουν με αγάπη και προστασία τις ζωές της οικογένειας τους.